Loading...
 
Μεταμόσχευση νεφρού
Τετάρτη 29 Μάρ 2017

Η μεταμόσχευση νεφρού είναι η καλύτερη επιλογή για την αντιμετώπιση της χρόνιας νεφρικής νόσου τελικού σταδίου και με αυτή αντικαθίσταται πλήρως η νεφρική λειτουργία και βελτιώνεται η ποιότητα ζωής του ασθενούς.

Κατά την μεταμόσχευση τοποθετείται στο σώμα ενός νεφροπαθούς τελικού σταδίου ένας υγιής νεφρός (σχήμα 12). Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η μεταμόσχευση δεν είναι η απόλυτη θεραπεία για τη νεφρική ανεπάρκεια, απλά ένας τρόπος αντιμετώπισής της. Η λήψη φαρμάκων είναι απαραίτητη ακόμη και μετά τη μεταμόσχευση. Όμως για τους περισσότερους, η μεταμόσχευση παρέχει ανεξαρτησία από την εξωνεφρική κάθαρση και δυνατότητα για μια φυσιολογική ζωή.



Η μεταμόσχευση νεφρού όχι μόνο ως προνόμιο, αλλά και ως κίνδυνος

Αν και υπάρχουν σίγουρα οφέλη από τη μεταμόσχευση νεφρού, δεν υπάρχουν εγγυήσεις ότι όντως θα υπάρχει καλύτερη ποιότητα ζωής. Υπάρχουν και πολλοί κίνδυνοι μετά τη μεταμόσχευση.

Ο υποψήφιος λήπτης νεφρικού μοσχεύματος πρέπει να υποβληθεί σε μια σειρά εξονυχιστικών εξετάσεων που ονομάζεται «προμεταμοσχευτικός έλεγχος» προτού προχωρήσει στη μεταμόσχευση. Ο προμεταμοσχευτικός έλεγχος του λήπτη μοσχεύματος περιλαμβάνει πολλές εξετάσεις όπως ταυτοποίηση του ανοσολογικού συστήματος, γαστροσκόπηση, κολονοσκόπηση, μαστογραφία, υπερηχογράφημα κοιλίας, καρδιάς, αγγείων, παραθυρεοειδών αδένων και προστάτη, τεστ Παπανικολάου (ΠΑΠ τεστ) και άλλες. Επίσης, χρειάζεται να έχει καλή φυσική κατάσταση.

Αφότου γίνει ο προμεταμοσχευτικός έλεγχος ο υποψήφιος προς μεταμόσχευση εξετάζεται από τους γιατρούς του μεταμοσχευτικού κέντρου κι εφόσον εγκριθεί μπαίνει σε λίστα αναμονής για λήψη νεφρού από αποβιώσαντα δότη. Μπορεί, όμως κάποια προβλήματα υγείας να εμποδίσουν ή να καθυστερήσουν τη μεταμόσχευση. Για παράδειγμα, αν υποψήφιος λήπτης είναι υπέρβαρος, θα πρέπει να μειώσει το βάρος σώματος για τη μεταμόσχευση. Όσο όμως κάποιος είναι στη λίστα μεταμόσχευσης χρειάζεται να ακολουθεί αυστηρά τους κανόνες για διατροφή, λήψη φαρμάκων και υγιεινό τρόπο ζωής.

Δεν είναι όλοι οι υποψήφιοι λήπτες κατάλληλοι για μεταμόσχευση νεφρού. Κάποια άλλη συστηματική νόσος ή λοίμωξη η κάποια κακοήθεια μπορεί να εμποδίσει τη μεταμόσχευση. Ακόμη όμως κι αν βρεθεί νεφρικό μόσχευμα, θα πρέπει να γίνουν εξετάσεις ιστοσυμβατότητας ώστε να ταιριάζει απόλυτα το μόσχευμα στο σώμα του λήπτη για να μην το απορρίψει.

 

Καθυστέρηση της μεταμόσχευσης λόγω έλλειψης οργάνων

Δυστυχώς μπορεί να χρειαστεί αναμονή μηνών ή και πολλών ετών πριν βρεθεί νεφρικό μόσχευμα και γίνει μια μεταμόσχευση νεφρού. Η αναμονή μπορεί να είναι πολλές φορές απογοητευτική. Όπως προαναφέρθηκε, νεφρικά μοσχεύματα μπορούν να προέρχονται από ζώντες συγγενείς δότες, όπως οι σύζυγοι, τα αδέλφια, οι γονείς ή και από μη-συγγενείς δότες, όπως στενοί φίλοι (στην περίπτωση αυτή υπό προϋποθέσεις). Σε κάποιες χώρες, νεφρικά μοσχεύματα από ζώντες δότες μπορεί να προέρχονται και από απόλυτα ξένους με τον λήπτη οι οποίοι μπορεί να θέλουν να κάνουν μια ανιδιοτελή δωρεά. Στην περίπτωση ύπαρξης νεφρικού μοσχεύματος από ζώντα δότη η μεταμόσχευση μπορεί να γίνει και πριν την ένταξη του νεφροπαθούς στην αιμοκάθαρση. Νεφρικά μοσχεύματα προέρχονται όπως ελέχθη επίσης και από αποβιώσαντες δότες. Σε γενικές γραμμές όμως και ειδικά στη χώρα μας υπάρχει μεγάλη έλλειψη οργάνων προς μεταμόσχευση. Οι ιατροί της Μονάδος Αιμοκάθαρσης μπορούν να δώσουν περισσότερες πληροφορίες για τους κανόνες της μεταμόσχευσης και τη λίστα αναμονής.

 

Μεταμόσχευση νεφρού: Ένα μεγάλο χειρουργείο

Η μεταμόσχευση είναι ένα σχετικά μεγάλο χειρουργείο. Χρειάζεται 7-10 ημέρες νοσηλεία. Μετά τη μεταμόσχευση, χρειάζεται η λήψη φαρμάκων για όλη την υπόλοιπη ζωή του λήπτη ώστε να μην απορριφθεί ο μεταμοσχευμένος νεφρός. Τα φάρμακα αυτά λέγονται ανοσοκατασταλτικά και μπορεί να θέσουν τον οργανισμό σε κίνδυνο λοιμώξεων. Ειδικά τον πρώτο χρόνο μετά τη μεταμόσχευση, είναι απαραίτητες οι συχνές επισκέψεις στην ιατρική ομάδα παρακολούθησης για εργαστηριακό και κλινικό έλεγχο. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι αποτέλεσμα της μακροχρόνιας χρήσης των ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων είναι και η εμφάνιση διαφόρων κακοηθειών στους μεταμοσχευμένους ασθενείς, κυρίως μετά την δεκαετία από την μεταμόσχευση.